μάρτυς

μάρτυς
ο
βλ. μάρτυρας.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • μάρτυς — μάρτῡς , μάρτυς witness masc/fem acc pl (aeolic) μάρτυς witness masc/fem nom sg (aeolic) μάρτυς witness masc/fem voc sg μάρτυς witness masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Χρόνια βέβαιος μάρτυς ἐς ἀλήθειαν. — χρόνια βέβαιος μάρτυς ἐς ἀλήθειαν. См. Давность не малый свидетель …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • μάρτυ — μάρτυς witness masc/fem voc sg (aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάρτυν — μάρτυς witness masc/fem acc sg (attic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάρτυος — μάρτυς witness masc/fem gen sg (aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάρτυρα — μάρτυς witness masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάρτυρας — μάρτυς witness masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάρτυρες — μάρτυς witness masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάρτυρι — μάρτυς witness masc/fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάρτυρσι — μάρτυς witness masc/fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”